ΙΡΙΣ ΚΡΗΤΙΚΟΥ Νοέμβριος 2016

 

Litany

«You are the bread and the knife,

The crystal goblet and the wine»

          Jacques Crickillon

 You are the bread and the knife,

the crystal goblet and the wine.

You are the dew on the morning grass

and the burning wheel of the sun.

You are the white apron of the baker,

and the marsh birds suddenly in flight

…………………………………………………………

You will always be the bread and the knife,

not to mention the crystal goblet and--somehow--the wine.

 

                                                                                      Billy Collins

 

Επιστρέφοντας δύο χρόνια μετά στο εργαστήριο του Σάββα Γεωργιάδη, συναντώ έναν ερμητικό τόπο σιωπηλής προσευχής.

Οι παράδοξες ιστορίες αλλόκοτης ανθρώπινης ύπαρξης, τα ηλεκτροφόρα χρώματα των ρευστών αισθημάτων, τα πειθήνια σώματα των νεαρών μοντέλων, οι υβριδικές επιμείξεις οικείων φίλων και ανοίκειων αγνώστων επισκεπτών του κυβερνοχώρου που κατοίκησαν τους ρωμαλέους καμβάδες των περασμένων ετών, δεν κατοικούν πια εδώ. 

Γιατί τώρα, κείτονται εδώ ορθάνοιχτα, θεόγυμνα και θεόρατα, τα μάτια, οι κόγχες και τα βλέμματα των διεσταλμένων γυναικείων πορτρέτων του.

Φωλιάζουν στο πουθενά του καμβά, εισπνέοντας τα χνώτα της ιστορίας, προκαλώντας τη μνήμη να θυμηθεί, διαπερνώντας το ανεξιχνίαστο γκρίζο που περιστέλλει την αβάσταχτη επιθυμία της αφήγησης.

Ανασαίνουν, ρουφώντας το ιλαρό φως ενός αθέατου κεριού, ιερουργώντας την αμηχανία του έκθαμβου θεατή, μουρμουρίζοντας το άφωνο ρέκβιεμ μιας βουβής ικεσίας.

Θεόκτιστα και καταραμένα, στιλπνά και νεφελώδη, εξαίσια και φρίττοντα από μια απροσδιόριστη αγωνία, κοιτούν την Ιστορία να έρχεται καταπάνω τους ως αμείλικτος πέλεκυς και ως ανακουφιστική σιωπή.

Η Αγία Τράπεζα του βλέμματος που εγκατέστησε στον καμβά με τρόπο απαράμιλλο και αξέχαστο ο Σάββας Γεωργιάδης, αναβλύζει και βλασταίνει μέσα από τα σπλάχνα μιας από τις σπαρακτικότερες και ωραιότερες ταινίες που γεννήθηκαν στην Ιστορία του Κινηματογράφου.

Η γυμνή και απέριττη τελειότητα της βουβής μυθικής ταινίας του Πάθους της Jeanne d’Arc του Carl Dreyer, που γυρισμένη στο Παρίσι, λογοκρίθηκε όπως σημειώνει ο Adam Harvey αμέσως μετά την πρώτη προβολή της το 1928 και κάηκε δύο φορές προτού ανακαλυφθεί εκ νέου σε μια ψυχιατρική κλινική στο Όσλο το 1981, δεν αποτελεί διαδοχή και αφήγηση των ιστορικών γεγονότων που σχετίζονται με τη μυθιστορηματική ζωή και τον βίαιο θάνατο της ηρωίδας στην πυρά, αλλά, υφαίνοντας έναν πυκνό εικονιστικό καμβά κατάστικτο από σύμβολα και αναφορές στον Γαλλικό εθνικισμό, τον τιμωρητικό φανατισμό της θρησκείας και το φεμινιστικό κίνημα, εστιάζει με τρόπο δραματικό στην ημέρα της δίκης της

Η Renée Falconetti υποδύεται την 19χρονη παρθένα Ιωάννα της Λωραίνης με απροστάτευτο από μαλλιά κεφάλι, πρόσωπο εναγώνιο και γυμνό από μακιγιάζ, περίβλεπτο και σαγηνευτικά ανδρόγυνο και αστραποβόλα, φεγγαρίσια λάμψη. Πάλλεται από λυγμούς και ψιθύρους χωρίς να μιλά και σηκώνει στους αποκαμωμένους ώμους της όλη τη σκληρότητα του ανδρικού πληθυσμού κι όλες τις ενοχές του γυναικείου φύλου, όλη της την αθώα σφοδρή νεότητα και όλο το ρυπαρό γήρας και το βάρος του κόσμου.

Αν το έργο του Dreyer, αφηγούμενο τον μυστικιστικό θρίαμβο της ψυχής επάνω στη ζοφερή επίγεια ζωή καιτη φθαρτή ύλη, ορίζει έναν μεταφυσικό μη-τόπο μέσα στον οποίο έχει ήδη εισέλθει με τη θέλησή της η ηρωίδα του, ο Σάββας Γεωργιάδης σχεδιάζει για τις δικές του γυναίκες έναν άχραντο  αρχετυπικό χώρο, κατοικημένο από τις ίδιες με τον τρόπο που ένα εκκλησιαστικό τέμπλο κατοικείται από τις ιερές εικόνες του.

Σε αυτά τα υπερμεγέθη έργα που ξεκίνησαν σαν ξόρκια μοναξιάς ενός νέου φοιτητή της ΑΣΚΤ το 2002, χωρίς πρόθεση ενότητας, το ευφράδες ασπρόμαυρο εναγκαλίζεται με τα δυναμικά και γαλήνια μονοχρωματικά πεδία του κυανού, του ζωηρού κόκκινου και του πράσινου, αδηγώντας μας πίσω στη χώρα των φαγιούμ με την εγκαυστική, ρέουσα σάρκα. Τα μάτια κοιτούν ψηλά και υγραίνονται, θυμίζοντας αμυδρά το γαλανό Πάθος του μεγαλειώδους Χριστού του Κωνσταντίνου Παρθένη (Ο Χριστός, π. 1900 / 200 x 200 εκ.), ακολουθούν ουράνια θροΐσματα και αθέατα δισκοπότηρα, επιζητούν ευσπλαχνία. Τα στόματα λερωμένα και χωρίς όρια, χιλιοφιλημένα και σαγηνευτικά κόκκινα, μένουν μισάνοιχτα για σιωπή και συγχώρεση. Τα λόγια, βουβά, εισχωρούν στο κασελάκι των όσων διασώθηκαν, ακολουθούν ως το έρεβος μία περιπλανώμενη Θεία Λειτουργία, τρέπονται σε ακοίμητο μικρό φως στο αυτοσχέδιο εικονοστάσι της μνήμης.

Εξερευνώντας τη θηλυκή φύση του οικείου του σύμπαντος, ορθώνοντας μπροστά μας με γενναιότητα τα πεδία, τις σημάνσεις, τις περιπέτειες και τις αδυναμίες των μύθων του, ο Σάββας Γεωργιάδης  αφήνει τις γυναίκες του να εξομολογηθούν στον καθένα μας κάτι διαφορετικό. 

Στους αβέβαιους ετούτους καιρούς μιας αποδημητικής και εύθραστης ανθρωπότητας που δυσκολεύεται να πιστέψει στο παρεμβατικό θείο, ετούτο που ανέλπιστα μένει, είναι η πίστη στον άνθρωπο.